ἀλλήλους

ἀλλήλους, -ων, -οις
Grammatical information: adj.
Meaning: `each other' (Il.)
Origin: IE [Indo-European] l25] *h₂el-io- `other'
Etymology: From repeated ἄλλος, *αλλο-αλλο- with the colour of the second (initial) vowel retained. Cf. Lat. alius alium, Skt. anyo'nyam.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀλλήλους — ἀλλήλων of one another masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φιλοῦσιν ἀλλήλους ὥσπερ γαλῆ καὶ κύων. — См. Как кошка с собакой …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Holy kiss — The holy kiss is a traditional Christian greeting. The term comes from the New Testament, where it appears five times.It is mentioned in: * Romans 16.16a Greet one another with a holy kiss (Greek: polytonic|ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ). * …   Wikipedia

  • αγαπώ — κ. αγαπάω ρ. μετβ. κ. αμετβ. любить; ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς εκείνος εστίν ο αγαπών με, ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, καγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτό εμαυτόν (Ιωάν. 14, 21). Кто имеет заповеди Мои и соблюдает …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αγαπάω — αγαπώ κ. αγαπάω ρ. μετβ. κ. αμετβ. любить; ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς εκείνος εστίν ο αγαπών με, ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, καγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτό εμαυτόν (Ιωάν. 14, 21). Кто имеет заповеди Мои и… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • AMALECH — Latin. populos lambens; vel ex Ebraeo et Syro, populos percutiens; Fil. Eliphaz ex Thamna concubina. Gen. c. 36. v. 12. Erat autem nepos Esau. A quo Amalechitae, pars Idumaeorum vicini Iudaeae, versus meridiem, maledictioni divinitus destinati,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • προς — πρός ΝΜΑ, επικ. τ. προτί, κρητ. τ. πορτί, αργείος τ. προτ(ί), παμφυλιακός τ. περτ(ί), αιολ. τ. πρές Α (πρόθεση, κύρια, μονοσύλλαβη, η οποία, γενικά, συντάσσεται με γενική, δοτική και αιτιατική και δηλώνει την από τόπου κίνηση, τη στάση σε τόπο… …   Dictionary of Greek

  • другой — друг друга, укр. другий второй , блр. другi – то же, ст. слав. дроугъ дроуга ἀλλήλους (Мейе 1, 64), дроугъ ἄλλος (Супр.), болг. други, сербохорв. дру̏гӣ, словен. drȗg другой , drugi второй , чеш. druhy второй , druh druha друг друга , польск.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Allele — This article is about the forms of a gene. For a non technical introduction to the topic, see Introduction to genetics. For the alternative metal band, see Allele (band). An allele (UK  /ˈæ …   Wikipedia

  • Love of God — Part of a series on God General conceptions …   Wikipedia

  • Ameisenlöwe — Als Ameisenlöwe wird die Larve der Ameisenjungfern (Myrmeleontidae) bezeichnet, die eine Familie der Insekten aus der Ordnung der Netzflügler darstellen. Innerhalb der Netzflügler bilden die Ameisenjungfern die artenreichste und am weitesten… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.